Υπάρχει μια βολική καραμέλα που παίζει συχνά στις κοινότητες του ανοιχτού λογισμικού:
ο κώδικας δεν έχει ιδεολογία, εδώ μετράνε μόνο τα commits και τα pull requests.
Ωραίο και σωστό δεν ακούγεται;
Ναι, στη θεωρία ακούγεται ωραία. Γιατί στην πράξη οι άνθρωποι που γράφουν τον κώδικα, χρηματοδοτούν τα ιδρύματα ή διοικούν τις εταιρείες τεχνολογίας δεν ζουν σε γυάλα.

Τα τελευταία χρόνια, τα παραδείγματα όπου η ακροδεξιά ατζέντα, η ομοφοβία και οι τοξικές συμπεριφορές συγκρούστηκαν με το FOSS, πλήθυναν. Και επειδή κυκλοφορούν διάφορα αφηγήματα στο διαδίκτυο, όπως κάτι γραφικά βίντεο στο YouTube που κλαίνε για δήθεν «διώξεις δεξιών ηγετών από αριστερούς εξτρεμιστές που χρηματίζονται από τις Big Tech» 😀, αξίζει να βάλουμε τα πράγματα κάτω με ονόματα, γεγονότα και αποδείξεις.
1. Το Μητρώο: όταν η ακροδεξιά και η μισαλλοδοξία μπαίνουν στο FOSS:
Ας δούμε ποιοι πραγματικά δημιούργησαν προβλήματα στις κοινότητες, όχι επειδή «τους πολέμησε η αριστερά», αλλά εξαιτίας των δικών τους πράξεων, των δωρεών τους και της συμπεριφοράς τους:
- Brendan Eich (Mozilla / Brave): Δεν μιλάμε απλώς για μια διαφωνία, αλλά για ενεργή πολιτική δράση. Ο Eich χρησιμοποίησε χρήματα και θέση για να χρηματοδοτήσει την απαγόρευση των ομόφυλων γάμων (Proposition 8 στην Καλιφόρνια). Σαν χαρακτήρας στη Mozilla ήταν ήδη απολυταρχικός και τοξικός, γεγονός που οδήγησε τους ίδιους τους εργαζομένους να απαιτήσουν την απομάκρυνσή του. Η απάντηση της κοινότητας δεν ήταν κάποια συνωμοσία, αλλά η προστασία του εργασιακού περιβάλλοντος από την ομοφοβική ατζέντα στην ηγεσία της.
- Ο συνιδρυτής της Mullvad VPN: Η εταιρεία έχτισε όλο της το brand στην ιδιωτικότητα, την ανωνυμία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν αποκαλύφθηκε ότι βασικός συνιδρυτής της διοχέτευε προσωπικά κεφάλια σε ακροδεξιές και εθνικιστικές πολιτικές δυνάμεις στη Σουηδία, η αντίδραση ήταν άμεση. Οι χρήστες απαίτησαν διαχωρισμό θέσεων, αποδεικνύοντας ότι δεν μπορείς να πουλάς «ελευθερία» από τη μια και να χρηματοδοτείς τους πολέμιους των ελευθεριών από την πίσω πόρτα.
- Το φαινόμενο των Alt-Tech forks: Πλατφόρμες και δίκτυα της ακροδεξιάς, όπως το Gab ή το Rumble, εκμεταλλεύτηκαν συνειδητά τις ανοιχτές άδειες του FOSS (όπως forks του Mastodon ή ανοιχτού κώδικα video players) για να χτίσουν ασφαλή καταφύγια μίσους, θεωριών συνωμοσίας και φασιστικής προπαγάνδας, καταστρατηγώντας κάθε έννοια υγιούς κοινότητας.
- Η περίπτωση «Omarchy»: Η πρόσφατη εμπλοκή και χρηματοδότηση από πρόσωπα τεχνολογίας (όπως ο DHH) σε αμφιλεγόμενες πολιτικές κατευθύνσεις, που έφερε αντιδράσεις, καμπάνιες μποϊκοτάζ (όπως το stopomarchy) και δείχνει ότι η ανοχή στα παιχνίδια εξουσίας της ακροδεξιάς τεχνοελίτ έχει αρχίσει να τελειώνει.
2. Αυτοάμυνα, όχι cancel culture:
Όταν οι κοινότητες αντιδρούν σε τέτοια φαινόμενα, οι θιασώτες της «ελευθερίας του λόγου» σπεύδουν να φωνάξουν για cancel culture. Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.
Ένα έργο ανοιχτού κώδικα δεν είναι απλώς άψυχες γραμμές κώδικα, είναι ζωντανές, ανθρώπινες κοινότητες. Αν επιτρέψεις σε ακροδεξιές ατζέντες, ρατσισμό ή ομοφοβία να γίνουν ανεκτές στους πυρήνες ή την ηγεσία των έργων, η κοινότητα διαλύεται εκ των έσω. Οι μειονότητες, οι σοβαροί developers και οι εθελοντές φεύγουν. Συνεπώς, ο αποκλεισμός τοξικών και ακροδεξιών στοιχείων δεν είναι φίμωση, είναι όρος επιβίωσης για να παραμείνει το FOSS λειτουργικό και ελεύθερο.
3. Αποδομώντας τα παραμύθια του YouTube (Η περίπτωση Lunduke):
Στον αντίποδα, κυκλοφορούν αναλύσεις, όπως βίντεο από σχολιαστές τύπου Lunduke Journal, που επιχειρούν να παρουσιάσουν μια εντελώς στρεβλή πραγματικότητα: ότι δήθεν μόνο «αριστεροί εξτρεμιστές», χρηματοδοτούμενοι από τη Big Tech, επιτίθενται σε ηγέτες του open source, και ότι οι διωκόμενοι είναι πάντα τα «αθώα θύματα».
Το επιχείρημα αυτό καταρρέει για τρεις πολύ απλούς λόγους:
- Τα γεγονότα τον διαψεύδουν: Όπως είδαμε, οι άνθρωποι που βρέθηκαν στο στόχαστρο (όπως ο Eich ή ο συνιδρυτής της Mullvad) δεν διώχθηκαν επειδή έπεσαν θύματα μιας σκοτεινής αριστερής συνωμοσίας, αλλά επειδή οι ίδιοι επέλεξαν να στηρίξουν πολιτικές και δράσεις που στρέφονται εναντίον των δικαιωμάτων άλλων ανθρώπων.
- Ιστορική αναλγησία: Το να παρουσιάζεις φιγούρες, όπως ο Richard Stallman (αυτοπροσδιοριζόμενος αναρχοσοσιαλιστής), ως θύματα «δεξιών διώξεων» ή να βαφτίζεις “αριστερό εξτρεμισμό” την αντίδραση απέναντι στην τοξικότητα, δείχνει πλήρη άγνοια της πραγματικότητας ή εσκεμμένη προπαγάνδα.
- Τσουβάλιασμα για likes: Οποιαδήποτε αντίδραση της βάσης απέναντι στην αλαζονεία και την ομοφοβία βαφτίζεται «cancel culture», αποπροσανατολίζοντας τη συζήτηση από το ουσιαστικό πρόβλημα: ότι η τεχνολογία χρησιμοποιείται συχνά ως όχημα για την καλλιέργεια τοξικών κοινωνικών ατζεντών.
Ιδού και το βίντεο του τύπου, που ας μην τον χαρακτηρίσω καλύτερα (εννοείται φυσικά πως δεν αποδεικνύει τίποτα από τα όσα λέει). Πρόκειται για ένα αφήγημα φτιαγμένο για να προκαλεί οργή και να πατάει στα αντανακλαστικά του culture war, όχι μια σοβαρή ή αντικειμενική ανάλυση της ιστορίας του ανοιχτού λογισμικού:
Συμπέρασμα:
Όταν κάποιος χρησιμοποιεί τα λεφτά ή την επιρροή που κέρδισε από το ανοιχτό λογισμικό για να στηρίξει δυνάμεις που καταλύουν τις ελευθερίες, ή όταν συμπεριφέρεται τοξικά δηλητηριάζοντας τις κοινότητες, η αντίδραση της βάσης δεν είναι «cancel culture» ούτε «αριστερός εξτρεμισμός». Είναι η φυσική αυτοάμυνα μιας κοινότητας που διεκδικεί να μην εξαρτάται ούτε από τη Big Tech ούτε από τον κάθε τοξικό «γκουρού».
Το FOSS δεν χρειάζεται πολιτικά πιστοποιητικά φρονημάτων, ούτε όμως και την υποκρισία όσων κρύβονται πίσω από τον «ουδέτερο κώδικα» για να προωθήσουν ή να χρηματοδοτήσουν ακροδεξιές και μισαλλόδοξες πολιτικές. Όσοι επιλέγουν να παίζουν πολιτικά παιχνίδια εις βάρος των κοινωνικών ελευθεριών, θα βρίσκουν απέναντί τους μια κοινότητα που ξέρει να προστατεύει τον εαυτό της.