Ο κόσμος του blues, οι άνθρωποι που το γέννησαν και το ανέθρεψαν, σίγουρα δεν μπορούν να καταταχθούν στους «clean cut Americans», στους «οικογενειάρχες-πατριώτες» με άλλα λόγια.
Ο κόσμος του blues ήταν εξαιρετικά περιθωριοποιημένος, αποστασιοποιημένος από την πολιτική της εποχής, με τις προκλητικές διακρίσεις σε βάρος του και την ταμπέλα του «second class citizen» (δεύτερης κατηγορίας πολίτη), που υποδήλωνε όλα τα παραπάνω. Ένας κόσμος με χαμένη ταυτότητα στη νέα γη, που τον έσυραν εκεί, φροντίζοντας μονάχα να επιβιώνει, να βγάζει τη μέρα και να ξεγελάει την πείνα και τη στέρηση.
Όταν έπεφταν κάποια χρήματα, αυτά σπαταλιόνταν σε τιμαλφή, αλκοόλ και κραιπάλες. Μια προσπάθεια επίδειξης στους υπόλοιπους ανθρώπους του γκέτο ότι κάποιοι δήθεν τα κατάφεραν και ξέφυγαν τάχα, χωρίς στην ουσία όμως να έχουν ξεφύγει ποτέ.
Οι ιστορίες πάμπολλες και άκρως ενδιαφέρουσες κοινωνιολογικά και πολιτισμικά. Ο κόσμος του blues ήταν ένας κόσμος αληθινός, αυθεντικός και ενδεχόμενα σκληρός για πολλούς: καβγάδες, φυλακή, μαχαιρώματα, περιθώριο, ρατσισμός, πόνος, θλίψη, χαρά και θάνατος. Κόσμος ανθρώπινος. Κόσμος πραγματικών ανθρώπων.
Από τις φυτείες του Νότου στη βρετανική εργατική τάξη:
Δεν είναι όμως πολλοί οι φίλοι της rock, της punk, του heavy metal, της jazz, της soul ή του hip-hop που γνωρίζουν πως από το blues ξεκίνησαν όλα. Πως αν δεν υπήρχε το blues, ενδεχομένως οι μουσικές που ακούνε, τα ακριβοπληρωμένα συγκροτήματα που θαυμάζουν και οι καλλιτέχνες-σταρ που γεμίζουν στάδια, πολύ απλά, δεν θα υπήρχαν.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η αγγλική εργατική τάξη βρήκε αυτό ακριβώς που έψαχνε: μια μουσική που πήγαζε από αγώνες. Οι καλλιτέχνες των blues, όπως ο John Lee Hooker, ο Muddy Waters κι ο Howlin’ Wolf, είχαν δύναμη και μυστικισμό. Οι νέοι του Λονδίνου, του Νιούκαστλ και του Λίβερπουλ έβαλαν τα χέρια τους στα «σκουπίδια» της Αμερικής κι έβγαλαν έναν πολιτισμό.
Έτσι γεννήθηκε το rock κι αργότερα όλα τα υπόλοιπα παιδιά του.
Τα blues ήταν μια εμπειρία απελευθέρωσης που δημιούργησε μια δίψα για προσωπική έκφραση, λιώνοντας τον συναισθηματικό παγετώνα όπου ήταν εγκλωβισμένη η μεταπολεμική δεκαετία του ’50.
Στις φυτείες και τα ψευδοεπιστημονικά άλλοθι:
Τα blues γεννήθηκαν στα μέσα του 18ου αιώνα, στις φυτείες του αμερικανικού νότου, από τον πόνο και τον καημό των Αφροαμερικανών σκλάβων. Οι λευκοί χριστιανοί της Ευρώπης θεωρούσαν τη σκλαβιά και το δουλεμπόριο σαν κάτι το φυσιολογικό, επιστρατεύοντας την Παλαιά Διαθήκη και υποστηρίζοντας ότι οι Αφρικανοί ήταν «καταραμένοι από τον θεό».
Το άλλοθι αυτό συχνά ενδυόταν και με ψευδοεπιστημονικό περιτύλιγμα. Στην εφημερίδα De Bow’s Review (1851), ο δρ. Samuel Cartwright δημοσίευσε άρθρο για τις «ασθένειες των νέγρων», εφευρίσκοντας τη «δραπετομανία» (τη διάθεση των σκλάβων να δραπετεύουν) και τη «δυσαισθησία την Αιθιοπική» (που αποδόθηκε ως… κατεργαριά).
Παράλληλα, οι δουλοκτήτες προώθησαν προτεστάντες ιερωμένους για να διδάσκουν στους σκλάβους την υπακοή: να μην επαναστατούν, γιατί μετά θάνατον θα τους περίμενε η «βασιλεία των ουρανών». Ο χριστιανισμός αποδείχτηκε το ισχυρότερο όπλο κοινωνικού ελέγχου. Κι όμως, αυτοί οι σκλάβοι δημιούργησαν μια μουσική που επηρέασε όλο τον δυτικό κόσμο.
Gospel: κωδικοποιημένα μηνύματα ελευθερίας:
Τα spirituals και η gospel μουσική δεν είχαν μόνο θρησκευτικό χαρακτήρα. Ήταν μέρος ενός έξυπνου συστήματος επικοινωνίας για τον σχεδιασμό αποδράσεων, όπως αποκάλυψε ο Frederick Douglass:
- «Ιορδάνης ποταμός»: Η βόρεια όχθη του ποταμού Ohio, το πέρασμα στα ελεύθερα εδάφη (η «γη της επαγγελίας»).
- «Wade in water» (βούτηξε στο νερό): Προειδοποίηση για να μπει ο δραπέτης στο νερό ώστε να χάσουν τα σκυλιασμένα κυνηγόσκυλα τη μυρωδιά του.
- «Chariot» / Τραίνο: Η άμαξα με τα άχυρα ή το μέσο διαφυγής.
- «The drinking gourd» (Η κολοκύθα που πίνει): Η Μεγάλη Άρκτος και ο Πολικός Αστέρας που οδηγούσαν στην ελευθερία.
Τι σημαίνει «Blues»;
Η προέλευση της λέξης παραμένει θολή: από τα κακά πνεύματα των αποίκων (blue devils που προκαλούσαν κατάθλιψη) μέχρι τα γαλανά μάτια των δουλοκτητών («mr. Charlie»), που συμβόλιζαν τον πόνο και την καταπίεση.
Όπως το έθεσε ο Leon Redbon:
«The blues ain’t nothing but a good man feelin’ bad» (το blues δεν είναι τίποτα άλλο από το να αισθάνεται άσχημα ένας καλός άνθρωπος).
Από μουσικής άποψης, το blues βασίζεται σε δωδεκάμετρες μελωδίες με τις χαρακτηριστικές υφέσεις (blue notes στην τρίτη, πέμπτη και έβδομη νότα). Από στιχουργικής άποψης, είναι ωμό και βίαιo: η «love» είναι ο σαρκικός παθιασμένος έρωτας, ο θάνατος είναι ένα γεγονός της ζωής και η φτώχεια είναι η σκληρή πραγματικότητα.
Βαθιά επηρεασμένοι από τα Chicago blues, οι Rolling Stones βρέθηκαν κάποτε στο Buddy Guy’s Club να συνοδεύουν στη σκηνή τον Muddy Waters. Γιατί το blues δεν προσπαθεί να δημιουργήσει επικού τύπου παραμύθια.
Δημιουργήθηκε από αληθινούς ανθρώπους και απευθύνεται σε αληθινούς ανθρώπους που δεν ζουν τη ζωή κάποιου άλλου, αλλά τη δική τους…