Αν ψάχνετε μια σειρά για την τεχνολογία που να μην αντιμετωπίζει τους πρωταγωνιστές της σαν γραφικούς “geeks” ή “σπασίκλες”, το Halt and Catch Fire (2014–2017) είναι ό,τι πληρέστερο έχει γυριστεί πάνω στο hardware.
Κάτι που δεν είναι γνωστό είναι ότι ο τίτλος προέρχεται από μια παλιά εντολή μηχανής, την HCF, που ανάγκαζε τον επεξεργαστή να εκτελεί εντολές τόσο γρήγορα ώστε να υπερθερμαίνεται και να κολλάει μέχρι να γίνει επανεκκίνηση. Και αυτή ακριβώς είναι η νοοτροπία των χαρακτήρων της σειράς καθώς τρέχουν με χίλια μέχρι την ολοκληρωτική τους καταστροφή.

Υπόθεση:
Η ιστορία ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στο Τέξας (στη «Silicon Prairie») και διατρέχει πάνω από μία δεκαετία, αποτυπώνοντας τις διαδοχικές επαναστάσεις της τεχνολογίας: από την αντιγραφή (reverse engineering) του πρώτου IBM PC, στη γέννηση των φορητών υπολογιστών, στα πρώτα online gaming δίκτυα (Chat/BBS) και τελικά στην αυγή του World Wide Web.
Στο επίκεντρο βρίσκεται μια αυτοσχέδια ομάδα τεσσάρων ανθρώπων που προσπαθεί να ανταγωνιστεί τους γίγαντες της βιομηχανίας:
- Ο Joe MacMillan (Lee Pace): Ένας χαρισματικός, χειριστικός πωλητής τύπου Steve Jobs που πουλάει οράματα χωρίς να ξέρει να γράφει ούτε μία γραμμή κώδικα.
- Ο Gordon Clark (Scoot McNairy): Ένας ιδιοφυής αλλά βαθιά καταπιεσμένος μηχανικός hardware.
- Η Cameron Howe (Mackenzie Davis): Μια αντισυμβατική, punk προγραμματίστρια που βλέπει το λογισμικό σαν μορφή τέχνης.
- Η Donna Clark (Kerry Bishé): Μια οραματίστρια μηχανικός που εξελίσσεται σε πανίσχυρο στέλεχος της βιομηχανίας.
Η σειρά διαθέτει απόλυτο ρεαλισμό και τεχνική ακρίβεια σεβόμενη το αντικείμενό της χωρίς να πετάει τυχαίες λέξεις για να φανεί δήθεν τεχνολογική. Δείχνει την πραγματική, βρώμικη δουλειά, από το κόλλημα των πλακετών με καλάι, το κάψιμο των chips, μέχρι τις ατελείωτες ώρες debugging και την αγωνία αν η μηχανή θα bootάρει τελικά.
Και ας μη βιαστεί να χαρακτηριστεί απλά σαν μια σειρά για υπολογιστές αλλά όσον αφορά την εμμονή, τη φιλοδοξία και το τίμημα της καινοτομίας. Δείχνει πώς οι ιδέες συλλαμβάνονται από τους οραματιστές, κλέβονται από τις πολυεθνικές και τελικά εμπορευματοποιούνται.
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η εξέλιξη χαρακτήρων: Αν και η 1η σεζόν μοιάζει να αντιγράφει τη συνταγή του Mad Men, από τη 2η σεζόν και μετά η σειρά απογειώνεται, εστιάζοντας στις δυναμικές των χαρακτήρων και τη μεταξύ τους τοξική αλλά δημιουργική σχέση.
Η σειρά ολοκληρώθηκε σε 4 σεζόν (40 επεισόδια) προσφέροντας ένα από τα πιο συγκινητικά και ώριμα φινάλε στην ιστορία της τηλεόρασης.
☞ Δεν προβάλλεται σε κάποια από τις γνωστές ελληνικές πλατφόρμες streaming, αλλά βρίσκεται παντού στο διαδίκτυο με διαθέσιμους ελληνικούς υπότιτλους.